Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε την αμερικανική στρατιωτική ηγεσία να επανεκκινήσει τις δοκιμές πυρηνικών όπλων, βάζοντας τέλος σε ένα μορατόριουμ που διατηρείται από το 1992. Η κίνηση αυτή ενδέχεται να σηματοδοτήσει ριζική αλλαγή στην πάγια πολιτική των ΗΠΑ σε ζητήματα πυρηνικής αποτροπής και διεθνούς σταθερότητας.
«Λόγω των προγραμμάτων δοκιμών άλλων χωρών, έδωσα εντολή στο Υπουργείο Πολέμου να ξεκινήσει εκ νέου τις δοκιμές των πυρηνικών μας όπλων σε ισότιμη βάση», δήλωσε ο Τραμπ σε ανάρτησή του, λίγο πριν τη συνάντησή του με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στη Νότια Κορέα.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν το ισχυρότερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, «με τη Ρωσία δεύτερη και την Κίνα τρίτη», ενώ σημείωσε ότι η Ουάσινγκτον δεν έχει πραγματοποιήσει πυρηνική δοκιμή εδώ και 33 χρόνια. Παράλληλα, αναγνώρισε την «τεράστια καταστροφική δύναμη» των πυρηνικών όπλων, αλλά τόνισε πως η ανανέωση του οπλοστασίου είναι «αναπόφευκτη» για λόγους ασφαλείας.
Η τοποθέτηση του Τραμπ έρχεται λίγο πριν τη λήξη της Συνθήκης New START (Φεβρουάριος 2026), της τελευταίας συμφωνίας περιορισμού πυρηνικών όπλων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Η πιθανή επανέναρξη δοκιμών θα μπορούσε να επιφέρει νέο κύμα κούρσας εξοπλισμών σε μια ήδη τεταμένη διεθνή συγκυρία.
Η τελευταία πυρηνική δοκιμή των Ηνωμένων Πολιτειών πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1992 στη Νεβάδα. Έκτοτε, οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα τηρούσαν ένα ανεπίσημο μορατόριουμ, αν και συνέχιζαν να αναπτύσσουν πυραυλικά συστήματα και τεχνολογίες μεταφοράς πυρηνικών κεφαλών.
Η ανακοίνωση του Τραμπ ακολουθεί τη ρωσική δοκιμή του πυρηνοκίνητου πυραύλου Burevestnik και τις πρόσφατες κινεζικές δοκιμές διηπειρωτικών πυραύλων, γεγονότα που εντείνουν την ανησυχία για μια νέα εποχή πυρηνικού ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελέγχου Εξοπλισμών (Arms Control Association), οι ΗΠΑ διαθέτουν περίπου 5.225 πυρηνικές κεφαλές, έναντι 5.580 της Ρωσίας, ενώ η Κίνα έχει διπλασιάσει το οπλοστάσιό της την τελευταία πενταετία.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η πρωτοβουλία Τραμπ αποτελεί μήνυμα προς Μόσχα και Πεκίνο, αλλά ταυτόχρονα εγκυμονεί κινδύνους για τη διεθνή ασφάλεια, την πυρηνική μη διάδοση και την παγκόσμια ειρήνη, επαναφέροντας φαντάσματα της ψυχροπολεμικής εποχής.