Με τον γνώριμο στόμφο και την αυτοπεποίθηση του μαθητή που δεν έχει διαβάσει αλλά ελπίζει ότι θα του πέσει το «εύκολο θέμα», ο Κυριάκος Μητσοτάκης εισήγαγε το υπουργικό συμβούλιο. Στην ατζέντα του, όπως πάντα, οι ίδιες μαγικές λέξεις: «δημογραφικό», «μεσαία τάξη», «στήριξη κοινωνίας». Οι λέξεις-φετίχ που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, σαν χαλασμένο cd, χωρίς ποτέ να συνοδεύονται από πραγματικές λύσεις.
Η «φορολογική μεταρρύθμιση» παρουσιάστηκε ως το φάρμακο για όλα: για το δημογραφικό, για τη μεσαία τάξη, ακόμα και –ποιος ξέρει– για την τρύπα του όζοντος. Γιατί, άλλωστε, στη ρητορική Μητσοτάκη, η μεσαία τάξη μοιάζει περισσότερο με αστικό μύθο, όπως η Λερναία Ύδρα: όλοι μιλούν γι’ αυτήν, κανείς δεν την έχει δει να επιβιώνει.
Ακολούθησαν τα «σημαντικά νομοσχέδια». Ένα για την «νέα εποχή» των Ενόπλων Δυνάμεων. Μια νέα εποχή που μάλλον περιλαμβάνει περισσότερα γραφειοκρατικά διαγράμματα παρά πραγματική ενίσχυση. Ένα άλλο για την «προώθηση νόμιμης μετανάστευσης», που ακούγεται περισσότερο σαν επικοινωνιακή άσκηση, παρά σαν πολιτική με περιεχόμενο.
Και φυσικά, η μόνιμη επωδός: «Τα μέτρα που ανακοίνωσε στη ΔΕΘ». Εκεί όπου ο πρωθυπουργός μοίρασε υποσχέσεις όπως οι τηλεπωλητές μοιράζουν μαγικά απορρυπαντικά: «εξαφανίζουν τη βρωμιά, καθαρίζουν τα πάντα». Μόνο που, όπως ξέρουμε, στο τέλος ο λογαριασμός έρχεται πάντα σε εμάς.
Έτσι λοιπόν, η εισήγηση έκλεισε με το γνώριμο αφήγημα: αισιοδοξία, μεγάλες κουβέντες και μια επιδέξια παράκαμψη της πραγματικότητας. Γιατί στην Ελλάδα του Μητσοτάκη, το μόνο που μένει σταθερό είναι η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική ρητορεία και την καθημερινότητα των πολιτών.