Με λέξεις γυαλισμένες, φίλτρα αισιοδοξίας και ένα «wrapped» πρωθυπουργικού απολογισμού στα μέτρα των κοινωνικών δικτύων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε την ανασκόπηση του 2025 ως μια χρονιά «μεγάλης προόδου, έργων και αλλαγών που διαμορφώνουν το αύριο». Όμως εδώ ακριβώς γεννιέται η μεγάλη ρήξη: άλλα λένε τα μάτια του λαού και άλλα τα φίλτρα της εξουσίας.
Ο πρωθυπουργός κατατάσσει ως κορυφαίους άξονες την οικονομία, την ενέργεια, τις υποδομές, την παιδεία και την υγεία. Μιλά για μειώσεις φόρων, συλλογικές συμβάσεις, πανεπιστήμια, δρόμους και ΤΕΠ. Στην οθόνη όλα μοιάζουν τακτοποιημένα. Στην κοινωνία, όμως, τίποτα δεν είναι τόσο τακτοποιημένο όσο παρουσιάζεται.
Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση μιλά για οικονομία σε άνοδο, οι πολίτες μετρούν ακρίβεια, εξουθένωση και ελαστική εργασία. Την ώρα που προβάλλονται οι υποδομές, η περιφέρεια στενάζει, οι αγρότες μπλοκάρουν δρόμους και οι νέοι συνεχίζουν να φεύγουν. Την ώρα που η υγεία παρουσιάζεται ως επιτυχία, τα ράντζα, οι ελλείψεις και τα εξαντλημένα νοσοκομεία διηγούνται μια άλλη, πικρή ιστορία.
Και μέσα σε όλα αυτά, έρχεται και η διεθνής εικόνα:
Οι μεγάλοι οικονομικοί οίκοι μπορεί να «βλέπουν» μια Ελλάδα μεταρρυθμίσεων και σταθερότητας, όμως η κοινωνία βλέπει μια Ελλάδα άνισης ανάπτυξης, εύθραυστης δικαιοσύνης και διαρκούς ανασφάλειας. Άλλο το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό αφήγημα, άλλο η καθημερινότητα στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και στον λογαριασμό του ρεύματος.
Η ανασκόπηση του πρωθυπουργού δεν είναι ψευδής στις λέξεις της. Είναι, όμως, επιλεκτική στην αλήθεια της. Δείχνει ό,τι βολεύει, αφήνει έξω ό,τι πληγώνει.
Και εκεί ακριβώς στέκεται η ουσία:
Η πολιτική δεν κρίνεται στα βίντεο, ούτε στα «wrapped». Κρίνεται στο χωράφι που δεν αποδίδει, στο ενοίκιο που δεν βγαίνει, στο νοσοκομείο που δεν αντέχει, στον νέο που δεν αντέχει άλλο να περιμένει.
Η Ελλάδα δεν είναι φίλτρο. Είναι πρόσωπο κουρασμένο, αλλά όρθιο.
Κι όσο κι αν αλλάζουν οι αφηγήσεις, η αλήθεια δεν χωρά σε κάθετη οθόνη.
Η Ελβετική τράπεζα UBS, σε πρόσφατη ανάλυσή της για την ελληνική οικονομία, βλέπει «φως στο τούνελ». Προβλέπει ρυθμούς ανάπτυξης 2,2 % για το 2025, 2,4 % για το 2026 και 1,8 % για το 2027, ενώ προβάλλει την Ελλάδα ως «πρωταθλήτρια» στη μείωση του δημόσιου χρέους και στην εξυγίανση των δημοσιονομικών μεγεθών.
Μόνο που πίσω από αυτούς τους αριθμούς, η πραγματικότητα της καθημερινής ζωής είναι πολύ διαφορετική. Οι αγρότες παλεύουν με τιμές πετρελαίου και ρεύματος που εκτοξεύουν το κόστος παραγωγής· οι εργαζόμενοι ζουν με μισθούς που δεν φτάνουν — και οι υποδομές, που στο «wrapped» του κυβερνητικού απολογισμού φαίνονται σαν έργα, για πολλούς είναι μακριά, δυσπρόσιτα ή ανύπαρκτα.
Η οικονομία μπορεί να “αναπτυσσόμενη” στα γραφεία των επενδυτικών τραπεζών, αλλά στα χωράφια, στις στάνες, στα ταμεία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και στα νοσοκομεία, ένας άλλος λογαριασμός πληρώνεται.
Η UBS σημειώνει ως μοχλούς ανάπτυξης την κατανάλωση, τις επενδύσεις — κυρίως αυτές που έρχονται από ευρωπαϊκούς πόρους — και τον τουρισμό. Πράγμα που σημαίνει: αν αυτά τα “καύσιμα” στερέψουν, η ευφορία των αριθμών κινδυνεύει να καταρρεύσει.
Κι όμως, την ίδια ώρα, για πολύ κόσμο — αγρότες, μικρούς παραγωγούς, εργαζόμενους — δεν έχει έρθει καμία πραγματική ανάσα. Οι τιμές στα εφόδια, στα μεταφορικά, στην ενέργεια, στα λιπάσματα κινούνται ανεξέλεγκτα. Οι φόροι, οι εισφορές, οι υποχρεώσεις είναι αμείλικτες. Οι υποσχέσεις για “ανάπτυξη”, “επενδύσεις”, “μεταρρυθμίσεις” μοιάζουν χρυσές λέξεις σε χάρτινες πραγματικότητες.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Όταν η οικονομία μετριέται με γενικούς δείκτες και όχι με ανθρώπινες ζωές και παραγωγές. Όταν το ΑΕΠ ανεβαίνει — και οι αγρότες πωλούνται φθηνά. Όταν οι αγορές «ψηφίζουν» Ελλάδα — και οι κάτοικοι της υπαίθρου παλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί.
Η UBS μπορεί να βλέπει μελλοντικά πλεονάσματα, σταθερό χρέος και μείωση επιτοκίων, αλλά η κοινωνία, αυτή που δεν έχει λάβει «styled» απολογισμό, έχει πληγές που αιμορραγούν — και περιμένει απαντήσεις, όχι προβλέψεις.
Άλλα δείχνουν τα μάτια σου — άλλα γράφει η UBS.
Ο πραγματικός έλεγχος δεν γίνεται από τις παρουσιάσεις των τραπεζών. Γίνεται στα χωράφια, στα νοσοκομεία, στις δουλειές, στους μισθούς, στα πορτοφόλια.
Και εκεί — μέχρι σήμερα — η ανάπτυξη που πουλούν δεν έχει φτάσει.